άρθρο του Παναγιώτη Σαββίδη-Δημοσιογράφος Πρώτο Θέμα

 

 

To Βερντέν (Verdun) είναι μια πόλη 18.000 κατοίκων στην Β.Α. Γαλλία στην ιστορική περιοχή της Λωρραίνης, κοντά στα σύνορα με την Γερμανία. Κτισμένη σε στρατηγική τοποθεσία, που ελέγχει τις διαβάσεις που οδηγούν στο Παρίσι, η πόλη οχυρώθηκε ισχυρά και κατά τη διάρκεια του Α΄ Π.Π.. Εκεί μάλιστα, έλαβε μέρος μία από τις φονικότερες αναμετρήσεις μεταξύ Γάλλων και Γερμανών, που κράτησε έντεκα σχεδόν μήνες, με βαριές απώλειες και για τις δύο πλευρές. Η αντοχή και η αποτελεσματικότητα των οχυρώσεων στο Βερντέν οδήγησε τους Γάλλους στη συνέχεια στην κατασκευή της περίφημης «Γραμμής Μαζινό», η οποία όμως αποδείχθηκε εντελώς ανεπαρκής για τις συνθήκες του Β’ Παγκοσμίου Πόλεμου.

 

Σήμερα το Βερντέν είναι χαρακτηρισμένο ως «Πόλη – Μνημείο», αποτελώντας παγκόσμιο σημείο αναφοράς στο λεγόμενο ιστορικό τουρισμό και τουρισμό μνήμης, που βρίσκεται σε άνοδο όπως μαρτυρούν και οι αριθμοί προ πανδημίας. Η πόλη ζει και ευημερεί όχι μόνο αξιοποιώντας στο έπακρο την «κληρονομιά» που άφησαν πίσω τους οι δύο μεγάλοι καταστροφικοί πόλεμοι του 20ου αιώνα, αλλά προωθώντας παράλληλα τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και την αναγκαιότητα να μην επαναληφθούν τραγικά λάθη του παρελθόντος που οδηγήσαν την ανθρωπότητα στον όλεθρο.

 

Έτσι, οχυρώσεις του Α’ Π.Π. και πεδία μάχης που διεξήχθησαν πολύνεκρες συγκρούσεις, στρατιωτικά κοιμητήρια και μαυσωλεία, μνημεία και μουσεία που λειτούργησαν μεταπολεμικά, αποτελούν σήμερα ένα οργανωμένο δίκτυο διαδρομών -μέσα και έξω από το Βερντέν που μ’ ένα εισιτήριο ο επισκέπτης μπορεί να ξεναγηθεί, όπως αναφέρει και το σχετικό τηλεοπτικό σποτ του δημοτικού τουριστικού οργανισμού.

 

Ο ιστορικός τουρισμός αποτελεί κομμάτι του πολιτιστικού τουρισμού και ενδιαφέρει όλους όσους θέλουν να γνωρίσουν από κοντά περιοχές που διαδραματίστηκαν σημαντικά γεγονότα της ιστορίας, συνδυάζοντας την γνώση με την αναψυχή και την χαλάρωση. Κάθε χρόνο χιλιάδες Γάλλοι και ξένοι τουρίστες, επισκέπτονται το Βερντέν και τη γύρω περιοχή, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας.

 

Περίπου 50 χλμ Β.Α. του Βερντέν, βρίσκεται το συγκρότημα του Fermond, ένα από τα οχυρά της περιβόητης «Γραμμής Μαζινό» στα γαλλογερμανικά κυρίως σύνορα. Το οχυρό αποτελείται από επτά συγκροτήματα, που βρίσκονται σε βάθος 30 μ. από τη επιφάνεια της γης, με συνολικό μήκος υπόγειων στοών τα 30 χλμ. Από το 1977 το οχυρό λειτουργεί ως επισκέψιμο μουσείο, με τους επισκέπτες να μπορούν να δουν πως ήταν οι χώροι του κατά τον Β’ Π.Π., Αν και αποτελεί ιδιοκτησία του γαλλικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας, τη διαχείρισή του έχει η «Ένωση Φίλων Οχυρού Fermond της Γραμμής Μαζινό» (είσοδος 5-8 ευρώ).

 

Στις μέρες μας περισσότερα από 15 οχυρά-συγκροτήματα σε όλο το μήκος της «Γραμμής Μαζινό» είναι αξιοποιήσιμα και επισκέψιμα από συλλόγους τοπικής ιστορίας, δήμους, συμπράξεις δήμων, συλλόγων και ιδιωτών που καταβάλλουν μέρος των εσόδων –όλα τα οχυρά έχουν είσοδο- στο γαλλικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας, στο οποίο λειτουργεί ειδική υπηρεσία με ονομασία «ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ» που μεταξύ άλλων υλοποιεί προγράμματα και δράσεις στο πλαίσιο προώθησης «Τουρισμού ιστορικής μνήμης» σε όλη τη χώρα.

 

Εκτός βέβαια από τη «Γραμμή Μαζινό» αντίστοιχες δράσεις – αξιοποιήσεις υπάρχουν και στην περιοχή της Νορμανδίας, στο βόρειο τμήμα της Γαλλίας, όπου το 1944 έγινε η απόβαση των συμμάχων που έκρινε την τύχη του Β ΠΠ.

 

Η ελληνική «Γραμμή Μαζινό» που ανάγκασε τους ναζί ν’ αλλάξουν σχέδια…

 

Στην Ελλάδα δυστυχώς ουδείς ασχολείται σοβαρά με τη διάσωση και ανάδειξη της «κληρονομιάς» που άφησε στον τόπο μας ο Α΄ και Β΄ Π.Π. και που θα μπορούσε, ακολουθώντας παραδείγματα όπως αυτό της Γαλλίας, να συμβάλλει τόσο στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης -ειδικά αυτές τις δύσκολες εποχές- όσο και στην ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών, μέσω της ανάπτυξης ενός νέου είδους θεματικού τουρισμού, με φανατικό κοινό. Του ιστορικού τουρισμού ή τουρισμού μνήμης.

 

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ελληνικής «Γραμμής Μαζινό», που ρημάζει ξεχασμένη και εγκαταλειμμένη -μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις όπως του οχυρού Ρούπελ- στα βόρεια σύνορα της χώρας. Την εποχή που κατασκευάστηκε (1936-1940) η θρυλική «Γραμμή Μεταξά», όπως έμεινε στην ιστορία, θεωρούνταν έργο τιτάνιο, ασύλληπτου κόστους και τεράστιας εθνικής σημασίας. Το κόστος άγγιξε –με μέτριους υπολογισμούς το 1,5 δισ. δραχμές. Το ποσό αυτό (του 1936) θα αντιστοιχούσε σήμερα σε περισσότερα από 60 δισ. ευρώ … Όσο το 1/6 του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας του 2012.

 

Το μέγεθος του έργου είναι δυσθεώρητο, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη ο χρόνος που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωσή του: Μέσα σε 3,5 χρόνια διανοίχτηκαν υπόγειες στοές συνολικού μήκους 24 χλμ. και υπόγεια καταφύγια μήκους περίπου 13 χλμ., ενώ για την προσέγγιση στις περιοχές των οχυρών είχε κριθεί απαραίτητη η διάνοιξη 174 χλμ. οδικού δικτύου, αλλά και η κατασκευή λιμανιού στην Αμφίπολη Σερρών. Αρκεί να σημειωθεί ότι για τις δύο γραμμές του αθηναϊκού μετρό, μήκους 18 χλμ., κατά την πρώτη φάση, χρειάστηκαν εννέα χρόνια.

Ο στρατιωτικός σχεδιασμός του έργου έγινε από αξιωματικούς του Πεζικού και του Πυροβολικού, ενώ η κατασκευή ανατέθηκε σε αξιωματικούς του Μηχανικού. Ιδιαίτερα σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

 

Κατά τον Β’ Π.Π. όταν ο ελληνικός στρατός χρησιμοποίησε τα οχυρά για να αποκρούσει τη γερμανική στρατιά, αποδείχτηκε ότι το 1,5 δισ. δεν είχε σπαταληθεί άδικα. Κάποια από τα 21 συγκροτήματα της «Γραμμής Μεταξά» δεν έπεσαν ποτέ, παρά τη λυσσαλέα επίθεση των ναζί, προκαλώντας την έκπληξη του εχθρού, αλλά και τον θαυμασμό των συμμάχων. Τελικά, οι Έλληνες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν όταν τα ναζιστικά στρατεύματα παρέκαμψαν τα οχυρά μέσω Γιουγκοσλαβίας και κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη.

 

Από τη δόξα στη λεηλασία και στην απαξίωση

 

Την περίοδο του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου», που ακολούθησε μετά το τέλος του Β΄ Π.Π., οι οχυρώσεις στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα ενισχύθηκαν με νέα έργα, προς αντιμετώπιση του κινδύνου από τη γειτονική Βουλγαρία και όχι μόνο, με ολόκληρες περιοχές στη μεθόριο απόλυτα στρατικοποιημένες και Απαγορευμένες Ζώνες για τους πολίτες. Ωστόσο μετά το 1990, και τις γεωπολιτικές αλλαγές που ακολούθησαν στη Ν.Α. Ευρώπη, η σημασία της «Γραμμής Μεταξά» ατόνησε μια και έπαυσε ο λεγόμενος «από βορρά κίνδυνος» με τη Βουλγαρία σύμμαχο πλέον σε ΝΑΤΟ και Ε..Ε. Έτσι η θρυλική «Γραμμή Μεταξά» παροπλίστηκε ουσιαστικά, με την Στρατιωτική Υπηρεσία να διατηρεί ενεργά μόνο τα συγκροτήματα του Ρούπελ και του Ιστίμπεη στις Σέρρες,

Δυστυχώς όταν το 2000 λήφθηκε η απόφαση για παροπλισμό τους από την Στρατιωτική Υπηρεσία, δεν υπήρξε κανένας σχεδιασμός για την προστασία των 21 συγκροτημάτων από τις Σέρρες έως την Ροδόπη, με αποτέλεσμα γρήγορα να γίνουν στόχος επιτήδειων που τα αποψίλωσαν και τα λεηλάτησαν, προκαλώντας στα περισσότερα σοβαρές καταστροφές.

 

Να γίνουν Σέρρες και Δράμα το ελληνικό Βερντέν

 

Από το 2017 μια ομάδα νέων ανθρώπων στις Σέρρες και στη Δράμα, μέσα στους οποίους και ο υποφαινόμενος, εργάζονται επίμονα για τη διάσωση, αξιοποίηση και ανάδειξη των εγκαταλειμμένων οχυρώσεων της «Γραμμής Μεταξά», με στόχο τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, αλλά και την ανάδειξη των ακριτικών περιοχών του Σιδηροκάστρου Σερρών και του Κάτω Νευροκοπίου Δράμας, ως κορυφαίων προορισμών ιστορικού τουρισμού ή τουρισμού μνήμης στην Ελλάδα, ακολουθώντας το πετυχημένο παράδειγμα της Γαλλίας.

 

Η οργάνωση ενός δικτύου δίπλα στα σύνορα με την Βουλγαρία, που θα περιελάβανε πεδία μαχών του Β΄ Π.Π., οχυρώσεις της «Γραμμής Μεταξά», τοπικά μουσεία κ.α., θα βοηθούσε σημαντικά στην ανάπτυξη μικρών χωριών που σήμερα αργοσβήνουν, ξεχασμένα. Πρόκειται για περιοχές που σήμερα, ακίνητα των υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Περιβάλλοντος ρημάζουν και λεηλατούνται, αν και θα μπορούσαν στο πλαίσιο ενός ρεαλιστικού σχεδιασμού, ν’ αποτελέσουν τη βάση για τη δημιουργία μικρών ιστορικών θεματικών πάρκων, που θα δημιουργούσαν νέες θέσεις εργασίας, με την αύξηση της επισκεψιμότητας κ.α.

 

Δυστυχώς -μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις- οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες των τελευταίων χρόνων, είχαν ν’ αντιμετωπίσουν την αδιάφορη (ενίοτε και εχθρική) διάθεση της Στρατιωτικής Υπηρεσίας. Έτσι, σχέδια και μελέτες που κατατέθηκαν κατά καιρούς προς τους αρμόδιους προς την κατεύθυνση αυτή, κατέληξαν στον κάλαθο των αχρήστων μετά … επαίνων, μ’ αποτέλεσμα να χαθούν σοβαρές ευκαιρίες χρηματοδότησης τους από ευρωπαϊκά προγράμματα.

 

Μπορεί για τους κατά καιρούς ιθύνοντες του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και του ΓΕΣ, οι προτεραιότητές τους να μην αγγίζουν την αναγκαιότητα διάσωσης και ανάδειξης μιας σημαντικής «κληρονομιάς» της νεότερης ιστορίας της χώρας μας, ωστόσο για τις τοπικές κοινωνίες των Σερρών και της Δράμας, η ανάδειξη του ιστορικού τουρισμού ή τουρισμού μνήμης στις περιοχές αυτές, μπορεί να συμβάλλει σημαντικά -εκτός βέβαια από τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης- στην αναστροφή του κλίματος, βοηθώντας νέους ανθρώπους να παραμείνουν στον τόπο τους με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, στην ενίσχυση επαγγελματιών που σχετίζονται με τον τουρισμό και βεβαίως στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης.

 

Με το άρθρο αυτό, ευελπιστώ πως η ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και του ΓΕΣ -που έχουν λάβει επανειλημμένως και σχετικές επιστολές, θ’ αντιμετωπίσουν με προσοχή και διάθεση συνεργασίας, πρωτοβουλίες που κινούνται προς την κατεύθυνση αυτή.

Ας ακολουθήσουμε επιτέλους πετυχημένα παραδείγματα χωρών του εξωτερικού. Δεν πάμε ν’ ανακαλύψουμε τον τροχό της αμάξης, ας το κάνουμε απλά όπως η Γαλλία με το Βερντέν.

.

*Ο Παναγιώτης Σαββίδης είναι δημοσιογράφος και μέλος της Κοιν.Σ.Επ. Άγκιστρο Δράση στις Σέρρες, στους καταστατικούς στόχους της οποίας περιλαμβάνεται και η προώθηση του ιστορικού τουρισμού ή τουρισμού μνήμης στην περιοχή.