
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή ενός τόπου όπου μια αλλαγή στάσης δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως εξέλιξη ή ωρίμανση, αλλά μόνο ως ξεδιάντροπη εξαπάτηση. Όχι επειδή κάποιος άλλαξε άποψη, αυτό από μόνο του είναι θεμιτό, αλλά επειδή δεν συνοδεύτηκε ποτέ από αυτοκριτική, ανάληψη ευθύνης ή έστω μια στοιχειώδη παραδοχή του λάθους.
Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή που αφορά τη στάση του σημερινού δημάρχου Σιντικής Γιώργου Τάτσιου, απέναντι στη Δομή Φιλοξενίας προσφύγων στο Κλειδί. Πριν λίγα χρόνια, όταν ακόμη διεκδικούσε την ψήφο των δημοτών, επέλεξε συνειδητά να αναδειχθεί σε κεντρικό εκφραστή ενός ακραία επιθετικού και διχαστικού λόγου.
Δεν παρασύρθηκε από την ένταση της εποχής ούτε παρερμήνευσε τα δεδομένα. Επέλεξε να χτίσει πολιτική ταυτότητα πάνω στον φόβο, στον κοινωνικό πανικό και στη στοχοποίηση ανθρώπων. Με δημόσιες παρεμβάσεις παρουσίασε συλλογικά τους πρόσφυγες ως απειλή, δηλητηρίασε τον δημόσιο λόγο με ξενοφοβικά και ρατσιστικά αφηγήματα, κατηγόρησε θεσμούς και αιρετούς ως συνενόχους και προέτρεψε ακόμη και σε παραιτήσεις από το Δημοτικό Συμβούλιο, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως τον μοναδικό υπερασπιστή του τόπου.
Δημιούργησε συνθήκες κοινωνικής σύγκρουσης γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο φόβος φέρνει ψήφους. Ένα σύνθετο κοινωνικό ζήτημα μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης και τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν τυχαίο.
Σήμερα, από τη θέση της εξουσίας, ο ίδιος άνθρωπος εμφανίζεται μεταμορφωμένος. Όχι απλώς αποδέχεται τη λειτουργία της Δομής που τότε χαρακτήριζε απειλή, αλλά εισηγείται και χρηματοδοτήσεις με αφορμή την ύπαρξή της. Στη συνεδρίαση της Δημοτικής Επιτροπής της 2ας Δεκεμβρίου 2025, ο Δήμος Σιντικής αιτήθηκε χρηματοδότηση ύψους 1.250.000 ευρώ από το Ταμείο Αλληλεγγύης.
Στην επίσημη εισήγηση, με βασικό εισηγητή τον ίδιο τον δήμαρχο, γίνεται λόγος για ανάγκη κοινωνικής ένταξης των προσφύγων, για κοινωνική συνοχή, αποδοχή της διαφορετικότητας και μείωση της ξενοφοβίας. Ο αθλητισμός παρουσιάζεται ως εργαλείο ενσωμάτωσης και αποδόμησης στερεοτύπων, οι αθλητικές υποδομές ως ουδέτεροι χώροι συνύπαρξης, ενώ γίνεται αναφορά στην ψυχοκοινωνική στήριξη παιδιών προσφύγων και στην ενίσχυση του αισθήματος του ανήκειν μέσω κοινών δράσεων με τους κατοίκους της περιοχής.
Όλα αυτά τα επιχειρήματα δεν είναι λανθασμένα. Αντιθέτως, είναι σύγχρονα, προοδευτικά και επιστημονικά τεκμηριωμένα. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν στέκουν θεωρητικά. Το ερώτημα είναι αν τα πιστεύει. Αν ο άνθρωπος που υπήρξε πρωτοπαλίκαρο της «επανάστασης» κατά της Δομής αποδέχεται πραγματικά σήμερα την ύπαρξή της ή αν απλώς την αντιμετωπίζει ως εργαλείο χρηματοδότησης και πολιτικής βιτρίνας.
Γιατί σε όλη αυτή τη θεαματική στροφή δεν ακούστηκε ούτε μία συγγνώμη, ούτε μία λέξη αυτοκριτικής, ούτε μία δημόσια παραδοχή ότι ο προηγούμενος λόγος του ήταν επικίνδυνος, διχαστικός και επιζήμιος για την κοινωνία.
Αυτό δεν λέγεται αλλαγή στάσης. Λέγεται πολιτικός οπορτουνισμός.
Χθες οι θεσμοί παρουσιάζονταν ως ανίκανοι και συνενόχοι και το Δημοτικό Συμβούλιο έπρεπε, κατά δήλωσή του, να παραιτηθεί για λόγους αξιοπρέπειας. Σήμερα οι ίδιοι θεσμοί υπογράφουν εισηγήσεις για τη διεκδίκηση κονδυλίων. Χθες οι πρόσφυγες παρουσιάζονταν συλλογικά ως κίνδυνος, χωρίς διάκριση και χωρίς ανθρωπιά. Σήμερα χαρακτηρίζονται ευάλωτες ομάδες, αρκεί βέβαια να συνοδεύονται από επιλέξιμα ποσά.
Χθες η δομή ήταν καταστροφή για τον τόπο. Σήμερα μετατρέπεται σε ευκαιρία κοινωνικής ένταξης και ταμειακής ενίσχυσης. Χθες ο λόγος ήταν οξύς, καταγγελτικός και ακραίος. Σήμερα είναι διοικητικός και τεχνοκρατικός, γεμάτος όρους που δεν ειπώθηκαν ποτέ στο παρελθόν. Όχι γιατί άλλαξε η κοινωνία, αλλά γιατί άλλαξε το ακροατήριο.
Αυτό δεν είναι πολιτική. Είναι εξαπάτηση. Δεν μπορείς να ανάβεις τη φωτιά και μετά να παριστάνεις τον πυροσβέστη.
Δεν μπορείς να δηλητηριάζεις την κοινωνία και ύστερα να εμφανίζεσαι ως εγγυητής της ειρήνης και της αλληλεγγύης.
Δεν μπορείς να χτίζεις καριέρα πάνω στον φόβο και μετά να ζητάς χειροκρότημα για ανθρωπισμό.
Οι δημότες της Σιντικής δεν οφείλουν καμία ανοχή σε τέτοιες πρακτικές. Οφείλουν μόνο στον εαυτό τους να θυμούνται. Γιατί μια πολιτική απάτη ολοκληρώνεται μόνο όταν ξεχαστεί. Και αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί.
