
Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αντιμετωπίζει το ζήτημα του κινδύνου πυρκαγιάς με έναν τρόπο που δεν ανταποκρίνεται ούτε στο πρόσφατο ιστορικό της περιοχής ούτε στη βιωμένη εμπειρία των κατοίκων. Παρότι ο ορεινός όγκος του Όρβηλου έχουν πληγεί κατ’ επανάληψη από εκτεταμένες και πολυήμερες πυρκαγιές, η ΜΠΕ περιορίζεται σε τυπικές, σχεδόν αντιγραφικές αναφορές σε «μέτρα πρόληψης» και «διαδικασίες αντιμετώπισης», χωρίς ουσιαστική ανάλυση του πραγματικού κινδύνου.
Η αντίφαση είναι προφανής: στον ίδιο ακριβώς χώρο όπου προτείνεται η εγκατάσταση νέων ανεμογεννητριών, το βουνό καιγόταν επί 40 και πλέον ημέρες, με τη φωτιά να περνά τα σύνορα, να κατακαίει τις βουλγαρικές πλαγιές και να επιστρέφει ξανά στην ελληνική πλευρά. Η ΜΠΕ, ωστόσο, αντιμετωπίζει την πυρκαγιά ως ένα θεωρητικό ενδεχόμενο και όχι ως πρόσφατο και επαναλαμβανόμενο γεγονός, αποκομμένο πλήρως από την πραγματικότητα που έζησε η τοπική κοινωνία.
🔹Ιδιαίτερα προβληματική είναι η παραδοχή της ΜΠΕ ότι η διάνοιξη νέων δασικών δρόμων και η παρουσία υποδομών μπορεί να λειτουργήσει «υποστηρικτικά» στην πυρόσβεση. Η άποψη αυτή αγνοεί ότι:
• οι νέοι δρόμοι συνοδεύονται από εκτεταμένες εκσκαφές, αποψιλώσεις και αλλαγή της μορφολογίας του εδάφους,
• αυξάνουν την προσβασιμότητα σε απομονωμένες περιοχές, άρα και τον κίνδυνο ανθρωπογενούς ανάφλεξης,
• δημιουργούν ανεμοδιαδρόμους σε κορυφογραμμές, επιταχύνοντας την εξάπλωση της φωτιάς.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι οι βαριές υποδομές στα βουνά δεν λειτουργούν ως αντιπυρική ασπίδα, αλλά συχνά ως παράγοντας επιδείνωσης της καταστροφής. Παρ’ όλα αυτά, η ΜΠΕ επιλέγει να παρουσιάσει το έργο ως ουδέτερο ή και ωφέλιμο σε σχέση με την πυροπροστασία, χωρίς να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό με δεδομένα από αντίστοιχες περιοχές.
🔹Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής αναφοράς στην ικανότητα της πολιτικής προστασίας να ανταποκριθεί σε ένα τέτοιο σενάριο. Η ΜΠΕ δεν εξετάζει:
• την πραγματική διαθεσιμότητα εναέριων και επίγειων μέσων,
• τον συντονισμό μεταξύ πυροσβεστικής, δήμου, περιφέρειας και λοιπών φορέων,
• τα προβλήματα πρόσβασης και ασφάλειας σε περιοχές με πυκνό δίκτυο ανεμογεννητριών και καλωδιώσεων.
Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι θεωρητικά. Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων πυρκαγιών, οι κάτοικοι του Αγκίστρου και το Αχλαδοχωρίου βίωσαν έλλειψη ενημέρωσης, απουσία συντονισμού και καθυστερημένες παρεμβάσεις, γεγονότα που δεν μπορούν να αγνοηθούν σε μια νέα περιβαλλοντική αδειοδότηση. Η ΜΠΕ, ωστόσο, επιλέγει να σιωπήσει, σαν να πρόκειται για ένα παρελθόν χωρίς σημασία.
🔹Στο ίδιο πλαίσιο, η μελέτη δεν εξετάζει τις επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης πυρκαγιάς στις ίδιες τις εγκαταστάσεις. Οι ανεμογεννήτριες, οι μετασχηματιστές και τα συνοδευτικά έργα αποτελούν πηγές αυξημένου κινδύνου, είτε λόγω ηλεκτρομηχανολογικών βλαβών είτε λόγω δυσκολίας πρόσβασης σε περίπτωση ανάγκης. Η απουσία ανάλυσης σεναρίων ατυχημάτων συνιστά σοβαρό κενό, ιδίως σε μια περιοχή με αποδεδειγμένη πυροευαισθησία.
🔹Η πλέον κραυγαλέα αντίφαση, όμως, αφορά το ζήτημα της οικολογικής ανθεκτικότητας. Ένα βουνό που έχει καεί για εβδομάδες δεν έχει ακόμη επουλώσει τις πληγές του. Το έδαφος είναι ευάλωτο σε διάβρωση, τα οικοσυστήματα αποσταθεροποιημένα και η φυσική αναγέννηση αργή. Σε αυτές τις συνθήκες, η εγκατάσταση βαριάς βιομηχανικής υποδομής δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με την αρχή της προφύλαξης. Αντίθετα, συνιστά πολλαπλασιαστή κινδύνου για μελλοντικές καταστροφές.
👉Η ΜΠΕ, αγνοώντας πλήρως τα παραπάνω, αποτυγχάνει να ενσωματώσει το πρόσφατο τραυματικό βίωμα της περιοχής στη συνολική αξιολόγηση του έργου. Η πυρκαγιά παρουσιάζεται ως κάτι που «μπορεί να συμβεί», ενώ για τους κατοίκους είναι κάτι που συνέβη, διήρκεσε εβδομάδες και άφησε ανεξίτηλα σημάδια.
Συνεπώς, το κεφάλαιο της πυροπροστασίας και της πολιτικής προστασίας στη ΜΠΕ δεν αποτελεί εργαλείο πρόληψης, αλλά μια τυπική συμμόρφωση με κανονιστικές απαιτήσεις. Η πραγματικότητα του Όρβηλου, όμως, δεν επιτρέπει άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις. Σε έναν τόπο καμένο, εξαντλημένο και εκτεθειμένο, η προσθήκη νέων ανεμογεννητριών δεν είναι απλώς ακατάλληλη· είναι επικίνδυνη.
